Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Συνομιλώντας με τη Ροσάνα Ροσάντα

«Εκείνες τις μέρες άσπρισαν τα μαλλιά μου –είναι αλήθεια ότι συμβαίνει αυτό– ήμουν τριανταδύο χρονών»
της Ελένης Πορτάλιου

Οι κομμουνιστές και το κόμμα στον 20ό αιώνα.


ΡΟΣΑΝΑ ΡΟΣΑΝΤΑ, Το κορίτσι του περασμένου αιώνα, εκδόσεις Einaudi, Τορίνο 2005, ελληνική μτφρ. Τόνια Τσίτσοβιτς, Θεμέλιο 2012, σελ. 437

Για όσους και όσες η ιδέα του κομμουνισμού, συνδεδεμένη με εκείνη της ελευθερίας, δεν εκκενώθηκε από το νόημά της και η στράτευση σ’ αυτήν δεν θεωρήθηκε ποτέ τραύμα ή αυταπάτη, η αυτοβιογραφία της Ροσάνα Ροσάντα είναι υπόθεση και της δικής τους ζωής. Μια διαδοχή από στιγμιότυπα, πάνω στις σελίδες του ασήκωτου και συγκλονιστικού 20ού αιώνα, θυμίζουν πως ό,τι ζήσαμε ήταν αληθινό – ακολουθήσαμε ένα δρόμο με επιλογή, σχεδόν μαγνητισμένοι από το ωκεάνειο αίσθημα της «άσβεστης άρνησης της ανισότητας των ανθρώπων».

«Εγώ είχα γίνει κομμουνίστρια τον Οκτώβριο του 1943, όταν ανακάλυψα πως ήμουν ένα κλαράκι μέσα στον καταποντισμό του κόσμου και ο Μαρξ, ο Λάσκι, ο Λένιν, όσο και να ήταν διαφορετικοί, θα μου έδειχναν ότι εκείνος ο καταποντισμός είχε καθοριστεί από δυνάμεις, στις οποίες τίποτε δεν ήταν μοιραίο», λέει η Ροσάντα.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε και ο φασισμός ηττήθηκε, η ενήλικη πια συγγραφέας, με σπουδές τέχνης και φιλοσοφίας και ανοιχτούς ορίζοντες μιας λαμπρής καριέρας στο πανεπιστήμιο, επέλεξε, δύο φορές, να αφοσιωθεί επαγγελματικά και ολοκληρωτικά στην πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, με το οποίο είχε ήδη συνδεθεί στην αντίσταση. Η πρώτη ενταγμένη ζωή της ταυτίστηκε με τα εργοστάσια του ιταλικού Βορρά, τις μεγάλες γκρίζες μονάδες στις οποίες «μπαίναμε για να φέρουμε έντυπα, για να στρατολογήσουμε και να συζητήσουμε στους χώρους του συνδικάτου». Ήταν πρώτα η εργατική τάξη, μετά οι πυρήνες των δρόμων και η οργάνωση, χωμένη στα υπόγεια παλιών λαϊκών πολυκατοικιών με πόρτες σημαδεμένες από σφυροδρέπανα. Σ’ αυτούς τους χώρους, με τις ενίοτε σχηματικές συζητήσεις, όπου όλοι άκουγαν και μιλούσαν, γινόταν ένα τεράστιο έργο εκπολιτισμού.


Καθώς η μετανάστευση έφερνε στο Μιλάνο μια πλημμύρα εσωτερικούς μετανάστες του Νότου, η πόλη μεταμορφωνόταν και οι νέοι κάτοικοι είχαν ανάγκη από σπίτια, δρόμους, ηλεκτρισμό, υπονόμους. «Ποτέ δεν κολύμπησα τόσο άνετα στα νερά ενός αιρετού αξιώματος, όπως στο Δήμο», εκεί όπου, στους αγώνες για την πόλη και την καθημερινή ζωή, έβγαιναν στην επιφάνεια ουσιαστικές ταξικές αντιθέσεις και οι ιδέες του IKK είχαν αποδοχή – πρώτα πρώτα η αντίληψη για τα δημόσια αγαθά και τους δημόσιους χώρους. Το «Σπίτι της Κουλτούρας» στο Μιλάνο, στο οποίο έδωσε μυαλό και ψυχή, ήταν ένα χειροποίητο υπόγειο που συγκέντρωσε όλη την Αριστερά και όλα τα γνωστά πρόσωπα των τεχνών και των γραμμάτων.

Ύστερα, η Ροσάνα Ροσάντα άφησε το αγαπημένο της Μιλάνο και μετακόμισε, ήδη βουλευτής, στη Ρώμη, στον πέμπτο όροφο των γραφείων του κόμματος στην οδό Μποτέγκε Οσκούρε. «Το μόνο τραγούδι που δεν με σαγήνευσε ποτέ ήταν εκείνο της Βουλής»... «το αληθινό κόμμα θα το συναντούσα όχι στη Ρώμη αλλά στις πόλεις και τα χωριά που διέτρεχα, τώρα πια από Νότο προς Βορρά». Είχε επίσης αναλάβει, με επιλογή του Τολιάτι, τη διεύθυνση του πολιτιστικού τομέα του ΙΚΚ, αποφασισμένη να τελειώσει με τις παρεμβάσεις τού κόμματος στην κουλτούρα, την τέχνη, τη λογοτεχνία, την επιστήμη. Ταυτόχρονα, υπήρχε ένα μεγάλο κενό θεωρίας που έπρεπε να καλυφθεί, ο Γκράμσι δέσποζε στο κάδρο αλλά δεν επηρέαζε πολύ με τις ιδέες του. Τι ήταν αλήθεια ο ιταλικός μαρξισμός; Οι σχέσεις με τους σημαντικότερους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών της Ιταλίας και όχι μόνο -τον Βισκόντι, τον Παζολίνι, τον Καλβίνο, τον Παβέζε– μέλη του ΙΚΚ - αλλά και τον Σάρτρ, τον Αντόρνο, τον Λούκατς, τον Ντόϊτσερ, τον Κάρολ, σύντροφο της Ροσάντα, αργότερα τον Αλτουσέρ- ήταν στενές. Έγινε η πρέσβειρα της ανοιχτής σκέψης, της ελεύθερης δημιουργίας και της προσέγγισης του κόμματος με τον κόσμο της κουλτούρας και των ιδεών.

Διατρέχοντας το κόμμα, αφοσιωμένη στους αγώνες των τάξεων που αυτό εκπροσωπούσε και στη σχέση του με την ιταλική κοινωνία και τον κόσμο, διέτρεξε το κομμουνιστικό κίνημα του 20ού αιώνα. Από τον γυναικείο αγώνα, όπως τον έβλεπε γραφειοκρατικά το ΙΚΚ, προτίμησε την τάξη, αργότερα θα συναντήσει το φεμινιστικό κίνημα. Ήθελα εδώ να σημειώσω ότι ο αποκλεισμός των γυναικών από τη δημόσια σφαίρα τις στερεί από τη «δημόσια ευτυχία» και τη σύντομη ή διαρκέστερη αθανασία των ανθρώπινων πράξεων, οι οποίες εμφανίζονται δημόσια, εντυπώνονται και αναγνωρίζονται από τους άλλους. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι κατοικίδιο αλλά πολιτικό ον, που έρχεται στον κόσμο για να συνομιλήσει και ν’ αφήσει το αποτύπωμά του. Αυτή η δημοσιότητα δεν έχει καμιά σχέση με τη φαντασμαγορία των media, που αποτελεί για τους περισσότερους, δεξιούς και αριστερούς, τη δημοσιότητα της εποχής μας. Η Ροσάντα αφιερώθηκε στο δημόσιο χώρο. Μερικές γυναίκες θεώρησαν ότι θυσίασε τον εαυτό της. «Θυσιάστηκα; Σιγά. Δεν ένιωσα την έλλειψη ενός δωματίου δικού μου από τη στιγμή που είχα δικό μου τον κόσμο».

Εν τω μεταξύ, άνοιξαν οι ουρανοί και έπεσαν οι καταιγίδες της Ανατολικής Ευρώπης πάνω στους κομμουνιστές και τα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης. Για τους νέους, η Σοβιετική Ένωση ήταν το Στάλινγκραντ και η νίκη κατά του φασισμού, για τους παλιούς η καταγωγή τους, η πίστη που έφτανε μέχρι την τύφλωση, το αντίπαλο δέος στο δυτικό κόσμο όταν ο ψυχρός πόλεμος λυσσομανούσε. Ίσως αρκετοί ήδη ήξεραν, είχαν ερωτηματικά και διαφωνίες. «Ο Τολιάτι μας εξαίρεσε από τις ευθύνες απέναντι στους Ανατολικούς. Που υπήρχαν, ήταν σίγουρα αδέλφια μας, αλλά ο αληθινός αδελφός μου ήταν στο Σέστο ή στην Πιρέλι». Η εποχή της αθωότητας πέρασε γρήγορα...

Δεν είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς εναντίον των εργατών στο Βερολίνο το 1953, προπομπούς του τείχους της ανελευθερίας που διχοτόμησε την πόλη. Όταν, όμως, ο σοβιετικός στρατός εισέβαλε στην Ουγγαρία «για να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της», όπως φώναζε ο Αλικάτα, ενάντια στους εξεγερμένους εργάτες, η εμπιστοσύνη στο ΙΚΚ και την ηγετική ομάδα ράγισε και η ενότητα που διαφύλασσε ο Τολιάτι, αν και ο ίδιος ήξερε, δεν ήταν πια δεδομένη. «Εκείνες τις μέρες άσπρισαν τα μαλλιά μου –είναι αλήθεια ότι συμβαίνει αυτό– ήμουν τριανταδύο χρονών».

Όταν άνοιξαν οι πύλες της ΕΣΣΔ, μετά το συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μεταρρύθμιση των ανατολικών καθεστώτων, και αναγνωρίστηκε επίσημα ο ζόφος της σταλινικής εποχής, η πορεία του ΙΚΚ μπήκε σε τροχιά αμφισβήτησης. «Αν δεν σε καταστρέψουν, οι κρίσεις εμπιστοσύνης έχουν τη χρησιμότητά τους». Η συνείδηση ότι το κόμμα δεν λέει πάντα αλήθεια και δεν είναι συμπαγές, ήταν μια εκκοσμίκευση.

Έκτοτε, θα διαμορφωθεί από τα πράγματα το ρεύμα της αριστεράς μέσα στο ΙΚΚ. Οι παλιοί ήταν μια ζωντανή ιστορία, αλλά ο Αμέντολα ή ο Παγιέτα δεν είχαν τις ίδιες απόψεις με τον Ινγκράο και υπήρχε και ο φιλοσοβιετικός Σέκια. Σύντομα κατάλαβε ότι για ορισμένους ο ιταλικός δρόμος δεν έβλεπε καμία ασυνέχεια στην κοινωνική δομή και το κράτος. Αντίθετα, για κείνη «αυτό που μετρούσε ήταν η μαγιά μας να βάλει σε ζύμωση όλη την κοινωνία, να γίνει κοινή η κριτική στην αστική τάξη ως σύστημα, να εξαπλωθεί εκείνη η αυτοσυνείδηση που είχε πάρει μορφή συγκεχυμένα στην Αντίσταση, όταν για δύο χρόνια περίπου έμοιαζε να είχαν γίνει όλοι κομμουνιστές. Με λίγα λόγια χρειαζόταν ένας άλλος τρόπος ζωής και παραγωγής ξεκινώντας από την συνειδητοποίηση του τι ήταν η ΕΣΣΔ και από τη δική μας σημερινή κατάσταση».

Γύρω απ’ αυτό το κομβικό ερώτημα, εξαιρετικά επίκαιρο και σήμερα στην νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, συγκροτήθηκε στον 20ό αιώνα όχι μόνο η σκέψη του Γκράμσι αλλά και των κριτικών διανοητών και κομμουνιστών, που διέτρεξαν τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χώρο, μέσα ή δίπλα στα κομμουνιστικά κόμματα, συχνά διαφωνώντας.

Οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί στοχαστές δεν έλειψαν από το ΙΚΚ. Ήταν πολλοί, όπως οι χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος, τόσο μακριά και τόσο κοντά μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, για μας του ανανεωτικού κομμουνισμού στην Ελλάδα: Γκαλβάνο ντελλα Βόλπε, Σέρτζιο Γκαραβίνι, Λουτσιάνα Καστελίνα, Λούτσιο Μάγκρι, Αντόνιο Μπάνφι, Βαλεντίνο Παρλάτο, Λουΐτζι Πιντόρ, Φραντσέσκο Σκότι, Άλντο Τορτορέλα, Μπρούνο Τρεντίν, Μάριο Τρόντι, Φράνκο Φέρι, Βιτόριο Φόα. Δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν το ΙΚΚ από την πτώση.

Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’50 ο σοσιαλιστικός κόσμος γινόταν πολυπολικός. Η επανάσταση στην Κίνα άνοιγε ένα νέο πεδίο, το οποίο η Ροσάντα παρακολούθησε συστηματικά. Η Κούβα ήταν πάντα στο βάθρο της. Όταν εκείνη βρέθηκε εκεί, μαζί με όλη τη διεθνή των επαναστατών, γνώρισε από κοντά τις πραγματικές αντιφάσεις μιας χώρας που στεκόταν όρθια σ’ ένα κόσμο περίπλοκο και εχθρικό. Το Βιετνάμ θα γίνει αργότερα, για το παγκόσμιο κίνημα και την ίδια, ένα σύμβολο αντίστασης και αγώνα, αλλά οι ευρωπαϊκές εξεγέρσεις στο Παρίσι και την Ιταλία είναι αυτές που θα βάλουν το ΙΚΚ ν’ αναμετρηθεί με τη σύγχρονη ιταλική κοινωνία και τη δυνατότητα της ριζικής αλλαγής της.

Τα παιδιά του ’68 «δεν αναζητούσαν το ΙΚΚ και εκείνο ήταν ανακουφισμένο που δεν μπερδεύονταν στα πόδια του». Όταν άρχισε το θερμό φθινόπωρο του 1969, ενώ είχε μεσολαβήσει η άνοιξη της Πράγας και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία, το μεγαλύτερο εργατικό κόμμα της δύσης δεν κατανόησε, τουλάχιστον στον ηγετικό πυρήνα, τον «πιο μεγάλο και σοφό εργατικό αγώνα της μεταπολεμικής περιόδου», στη διάρκεια του οποίου η εργατική τάξη έδειξε αποφασισμένη και δυνατή να αναλάβει τη διεύθυνση της παραγωγής. Η ζωή ήταν εκεί, αλλά το ΙΚΚ τακτοποιούσε τους λογαριασμούς του με τις εσωτερικές διαφωνίες, ώστε, διαρκώς μετεξελισσόμενο, να μεταλλαχθεί τόσο που να σβήσει οριστικά. Ο Μπερλινγκουέρ «θα ήταν ο γραμματέας του ιστορικού συμβιβασμού, της πραγματικής στροφής. Έπειτα απ’ αυτή δεν υπήρξαν άλλες στροφές, παρά μόνο διάλυση».

Η αποκαθήλωση των σημαντικών στελεχών της αριστερής τάσης του ΙΚΚ –της Ροσάντα, του Μάκγρι, του Πιντόρ, της Καστελίνα– ξεκίνησε στο 11ο Συνέδριο. Ο Ινγκράο μιλούσε ανοιχτά, αλλά δεν διεκδίκησε τον άλλο δρόμο για το ΙΚΚ, υποτιμώντας την προετοιμασία και τις μεθόδους της «φράξιας της πλειοψηφίας». Υπήρχε για όλη την αριστερή τάση η ηθική: δεν θα παρεισφρύσουμε στο κόμμα σαν σε ξένο σπίτι. Ακολούθησε η σφαγή σε δύο στάδια. «Μετά από τόσα χρόνια», λέει η Ροσάντα, «με έβγαζαν έξω από οποιαδήποτε θέση. Ήμουν στη γραμματεία μιας μεγάλης ομοσπονδίας, είχα ηγηθεί μιας εθνικής επιτροπής, ήμουν δημοτική σύμβουλος και, έστω χωρίς ενθουσιασμό, στη Βουλή... Δεν μπορούσα να το ανεχτώ. Πριν από είκοσι χρόνια είχα επιλέξει να δουλέψω στο κόμμα... και αντίθετα κατέληγα να είμαι βουλευτίνα, δηλαδή τίποτε. Ένοιωθα προσβεβλημένη και έξαλλη από θυμό». Τότε έπεσε με τα μούτρα σου νέους φοιτητικούς και εργατικούς αγώνες.

Το 1968 στη Γαλλία, ο Μάης νοηματοδοτούσε και ενσάρκωνε τις εξεγέρσεις της μεταπολεμικής εποχής. Το ΙΚΚ πήγαινε στις βουλευτικές εκλογές - 19 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Η Ροσάντα αρνήθηκε την επανεκλογή της στη Βουλή και «έτρεξε στο Παρίσι να δει την επανάσταση».

Όταν, αργότερα, τα στελέχη της αριστερής τάσης του ΙΚΚ αποφάσισαν να βγάλουν το «Μανιφέστο», που είχε μαζική απήχηση, ενημέρωσαν τον Μπερλινγκουέρ, δεν ζήτησαν άδεια – θα τους έλεγαν όχι. «Παίζαμε μ’ ανοιχτά χαρτιά. Ήταν μια τίμια σχέση. Ο Ινγκράο προσπάθησε να μας αποτρέψει». Το εργατικό κίνημα του 1969 δικαίωνε το «Μανιφέστο» και πήγαινε ακόμα μακρύτερα. «Αντίθετα, η ηγεσία που μας δίκασε τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο ισχυρίστηκε πεισματικά ότι η εργατική εξέγερση ήταν μια αυταπάτη». Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Στις 24 Νοεμβρίου συγκλήθηκε η Κεντρική Επιτροπή για τη διαγραφή τους. Η Ροσάντα μίλησε, το ίδιο και ο Άλντο Νατόλι – δεν του συγχώρεσαν ότι είπε «Δεν χρειάζεται ταυτότητα για να είναι κανείς κομμουνιστής». «Όχι, για να είναι κανείς κομμουνιστής δεν χρειαζόταν», θα σημειώσει εκείνη. «Μα για να δραστηριοποιήσεις μια χώρα χρειάζεται ένα μεγάλο κόμμα. Δεν ήταν το ΙΚΚ ή δεν ήταν πια». Η Κ.Ε. ενέκρινε τη διαγραφή τους. Μια ντουζίνα σύντροφοι ψήφισαν εναντίον ή απείχαν – «δεν κοίταξα τον Ινγκράο, τον Ραϊκλιν, τους φίλους, ενώ σήκωναν το χέρι για να μας αποκλείσουν».

Το ΙΚΚ, το βαρύ εκείνο κόμμα, που τόσοι και τόσες έκτισαν μέσα σε συνθήκες φασισμού, αντίστασης και μετά εργατικών αγώνων, δεν έσβησε από τη μία μέρα στην άλλη. Αιμορραγούσε, κόβοντας τα μέλη του, έχανε σε αφοσιωμένους συντρόφους και εγκατέλειπε μια επαναστατική κληρονομιά, γυμνό από νέες ιδέες, αγνοώντας τα ηχηρά μηνύματα της κοινωνίας, η οποία άλλαξε από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Δεν μιλήσαμε όταν έπρεπε για την ΕΣΣΔ, δεν συμπορευτήκαμε με τις φοιτητικές και εργατικές εξεγέρσεις, δεν στοχαστήκαμε ποια μπορεί να είναι και πώς θα πραγματοποιηθεί η επανάσταση στην Ιταλία, θα πει η Ροσάντα.

«Αμέσως μετά τον Τολιάτι, διαφαινόταν μια σύγκρουση για τη ζωή και το θάνατο όλων αυτών των πραγμάτων που ήταν μέρος της υπόστασης του ΙΚΚ, καθώς και της υπόστασης που θα μπορούσε ν’ αποκτήσει». Ο Ινγκράο δεν το κατάλαβε τότε, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κόμμα το 1994.

Η αφήγηση της Ροσάνα Ροσάντα έχει το βάρος μιας ατομικής εμπειρίας που συμπορεύεται με την ιστορία με συνείδηση αυτού του γεγονότος. Τίποτε δεν είναι εύκολο για τους κομμουνιστές, κυρίως γι’ αυτούς που πιστεύουν στην οικοδόμηση ενός μαζικού κόμματος και στην περίπλοκη πολιτική και θεωρητική διαδικασία δημιουργίας ακατάλυτων δεσμών με τις λαϊκές τάξεις. Η βιογραφία της μπορεί να μας προσφέρει μια εξαιρετικά επίκαιρη συμπύκνωση των βασικών αρχών και των ιστορικών αντιφάσεων του ρεύματος του ανανεωτικού κομμουνισμού, τόσο ακτινοβόλου και ταυτόχρονα μειοψηφικού στην Ευρώπη του 20ού αιώνα. Αυτοί και αυτές που το διαμόρφωσαν και το εκπροσώπησαν στην ιταλική περίπτωση, έδωσαν στις έννοιες της στράτευσης, του αγώνα και της ηθικής, της θεωρητικής και πολιτικής οξυδέρκειας, της βαθιάς κοινωνικής εγγραφής και της δημοκρατίας, ένα τέτοιο περιεχόμενο που δεν επιτρέπει σε κανέναν -άτομο ή ομάδα- ανέξοδες οικειοποιήσεις.

Είναι τραγικό ότι η συζήτηση για το νέο κόμμα, που θα γεννηθεί από το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, διεξάγεται με απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σ’ αυτή την κληρονομιά. Δεν θα ήθελα να επιτρέψω, στο βαθμό που μου αναλογεί, το μέλλον της αριστεράς στην Ελλάδα να πιαστεί από τα μαλλιά της εξάρτησης από τη συγκυρία και της άγνοιας.

Η Ελένη Πορτάλιου διδάσκει Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και είναι επικεφαλής της Ανοιχτής Πόλης στο Δήμο Αθηναίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου